Υπάρχει μια αλήθεια που πολλοί αρνούνται να δουν κατάματα.
Μια αλήθεια άβολη, ενοχλητική, σχεδόν απαγορευμένη:
Τα αδέσποτα ζώα στους δρόμους και τα ζώα στα σφαγεία, δεν είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα.
Είναι συγκοινωνούντα δοχεία.
Είναι το ίδιο πρόβλημα, με διαφορετικό πρόσωπο.
Είναι η ίδια βαθιά ριζωμένη αντίληψη, ότι η ζωή ενός ζώου έχει αξία μόνο όταν εξυπηρετεί τον άνθρωπο — και καμία όταν παύει να το κάνει.
Στους δρόμους των πόλεων, τα αδέσποτα περιφέρονται σαν σκιές.
Πεινασμένα, άρρωστα, φοβισμένα, συχνά κακοποιημένα.
Δεν γεννήθηκαν εκεί από επιλογή.
Είναι προϊόν εγκατάλειψης, αδιαφορίας και ανευθυνότητας.
Είναι τα «παιδιά» μιας κοινωνίας που αγοράζει ζώα σαν αντικείμενα και τα πετάει όταν γίνουν «βάρος».
Κάθε αδέσποτο είναι μια ιστορία προδοσίας.
Την ίδια στιγμή, πίσω από κλειστές πόρτες, μακριά από τα βλέμματα, εκατομμύρια ζώα οδηγούνται καθημερινά σε σφαγεία.
Εκεί, η ζωή τους μετριέται σε κιλά, σε απόδοση, σε κέρδος.
Δεν έχουν όνομα, δεν έχουν ταυτότητα, δεν έχουν ιστορία.
Μόνο ένα τέλος προκαθορισμένο.
Η διαδικασία μπορεί να βαφτίζεται «ανθρωπιστική», «ελεγχόμενη», «σύμφωνα με κανονισμούς».
Όμως ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος:
Ο θάνατος είναι βιομηχανία.
Και κάπου εδώ, η υποκρισία ξεχειλίζει.
Ο ίδιος άνθρωπος που θα χαϊδέψει έναν σκύλο στον δρόμο, θα προσπεράσει αδιάφορα ένα άλλο ζώο που πηγαίνει για σφαγή.
Ο ίδιος που θα εξοργιστεί με μια κακοποίηση, θα χρηματοδοτήσει —συνειδητά, ή ασυνείδητα— ένα σύστημα που βασίζεται στη συστηματική εκμετάλλευση και θανάτωση.
Δεν πρόκειται για αντίφαση.
Πρόκειται για επιλεκτική ηθική.
Για μια ηθική που χωρίζει τα ζώα σε «αγαπημένα» και «αναλώσιμα».
Αυτός ο διαχωρισμός, είναι η ρίζα του προβλήματος.
Όσο αποδεχόμαστε ότι κάποια ζώα αξίζουν προστασία, ενώ άλλα όχι, τόσο διαιωνίζουμε έναν κύκλο βίας.
Σήμερα είναι το ζώο του δρόμου, που πεθαίνει από αδιαφορία.
Αύριο είναι το ζώο του σφαγείου, που πεθαίνει «νόμιμα».
Και στις δύο περιπτώσεις, ο κοινός παρονομαστής είναι ο ίδιος:
Η ζωή τους θεωρείται λιγότερο σημαντική.
Η κοινωνία μας έχει μάθει να αποστρέφει το βλέμμα.
Να μην βλέπει.
Να μην συνδέει.
Να μην σκέφτεται.
Τα σφαγεία βρίσκονται μακριά από τις πόλεις, κρυμμένα.
Οι εικόνες δεν προβάλλονται.
Οι ήχοι δεν ακούγονται.
Όλα λειτουργούν έτσι ώστε, ο καταναλωτής να μην χρειάζεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα των επιλογών του.
Να μπορεί να συνεχίζει χωρίς ενοχές.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα αδέσποτα.
Τα βλέπουμε, αλλά δεν τα «βλέπουμε».
Τα προσπερνάμε.
Τα συνηθίζουμε.
Γίνονται μέρος του τοπίου.
Μια κανονικοποιημένη τραγωδία.
Και όταν κάτι γίνεται «κανονικό», παύει να σοκάρει.
Παύει να κινητοποιεί.
Παύει να αλλάζει.
Αλλά δεν είναι κανονικό.
Δεν είναι κανονικό να γεννιούνται ζώα, για να εγκαταλειφθούν.
Δεν είναι κανονικό να ζουν μέσα στον φόβο και την πείνα.
Δεν είναι κανονικό να θανατώνονται μαζικά, επειδή έτσι λειτουργεί ένα σύστημα παραγωγής.
Και σίγουρα δεν είναι κανονικό, να το αποδεχόμαστε σιωπηλά.
Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο σε «άλλους».
Δεν ανήκει μόνο στους δήμους, στις αρχές, στους «κακούς ανθρώπους».
Ανήκει σε όλους μας.
Στις επιλογές μας, στις συνήθειές μας, στην ανοχή μας.
Κάθε φορά που κάποιος εγκαταλείπει ένα ζώο, δημιουργεί ένα αδέσποτο.
Κάθε φορά που κάποιος αδιαφορεί, επιτρέπει τη συνέχιση του προβλήματος.
Κάθε φορά που κάποιος καταναλώνει χωρίς σκέψη, στηρίζει ένα σύστημα που βασίζεται στον πόνο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αλλαγή είναι εύκολη.
Δεν είναι.
Απαιτεί σύγκρουση με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις, με παραδόσεις, με κοινωνικές νόρμες.
Απαιτεί να κοιτάξουμε κατάματα πράγματα, που μας κάνουν να νιώθουμε άβολα.
Αλλά χωρίς αυτή τη σύγκρουση, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.
Η αλήθεια είναι σκληρή:
Η βαρβαρότητα δεν είναι εξαίρεση.
Είναι δομικό στοιχείο του τρόπου που έχουμε μάθει να συνυπάρχουμε με τα ζώα.
Από τον δρόμο μέχρι το πιάτο, η διαδρομή είναι ενιαία.
Και όμως, υπάρχει και μια άλλη αλήθεια — λιγότερο θορυβώδης, αλλά υπαρκτή.
Υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά.
Που σώζουν ζώα από τον δρόμο.
Που ταΐζουν, περιθάλπουν, φροντίζουν.
Που καταγγέλλουν κακοποιήσεις.
Που αλλάζουν τις επιλογές τους.
Που προσπαθούν να ζήσουν με μεγαλύτερη συνέπεια, ανάμεσα σε αυτά που πιστεύουν και σε αυτά που κάνουν.
Αυτοί οι άνθρωποι αποδεικνύουν ότι η αλλαγή δεν είναι ουτοπία.
Είναι επιλογή.
Όμως δεν αρκούν λίγοι.
Χρειάζεται συλλογική αφύπνιση.
Χρειάζεται να σπάσει η σιωπή.
Να πάψει η κανονικοποίηση της βίας.
Να τεθεί υπό αμφισβήτηση, το «έτσι είναι τα πράγματα».
Γιατί δεν είναι.
Τα πράγματα είναι έτσι, επειδή τα αφήσαμε να γίνουν έτσι.
Και μπορούν να αλλάξουν, μόνο αν σταματήσουμε να τα αποδεχόμαστε.
Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πόνος.
Υπάρχει.
Παντού.
Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να τον αναγνωρίσουμε — και να αναλάβουμε το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί.
Γιατί όσο συνεχίζουμε να χωρίζουμε τα ζώα σε κατηγορίες αξίας, όσο συνεχίζουμε να επιλέγουμε την ευκολία αντί της συνείδησης, τόσο τα αδέσποτα θα γεμίζουν τους δρόμους και τα σφαγεία θα γεμίζουν με ζωές, που δεν είχαν ποτέ πραγματική ευκαιρία.
Δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι.
Είναι ένας.
Και ο τρόπος που τον διαμορφώνουμε σήμερα, θα καθορίσει αν αύριο θα μιλάμε ακόμα για «κανονικότητα» — ή για ντροπή.
https://www.facebook.com/photo/?fbid=1390774429757958&set=pb.100064762416126.-2207520000
©️ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Βοηθήστε μας για να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε το etetrapodotypia.gr και για να προβούμε σε όσες νομικές ενέργειες απαιτούνται για την αλλαγή του νόμου σε κακούργημα και την διεκπεραίωση των project μας.

Περισσότερα άρθρα
Κακοποίηση, εγκατάλειψη και νομική εκκρεμότητα: Ποιος προστατεύει τελικά το ζώο;
Ο μπόγιας δεν πέθανε. Απλώς άλλαξε μορφή. Δεν είναι “διαχείριση”, όταν σημαίνει θάνατος
Όταν η εξουσία γελά, η κοινωνία εξοργίζεται. Χαμόγελα εξουσίας, πάνω σε νεκρά σώματα παραγωγικών ζώων. Παράδοση χωρίς συνείδηση, είναι βαρβαρότητα