22 Απριλίου, 2026
Κακοποίηση ζώων και ακτιβισμός - Η αδέσμευτη φωνή των τετράποδων
Η ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΖΩΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ
Ανάγνωση σε: 7 λεπτά

Εκείνη τη νύχτα στις 17 του Νοέμβρη οι σκιές των τανκς είχαν απλωθεί πάνω από τις ψυχές τους.

Οι φωνές των φοιτητών, τα συνθήματα, άγνωστα πρόσωπα που είχαν γίνει εκείνο το βράδυ αδέλφια με δεσμούς αίματος.

Ανάμεσά τους η Μαρία και ο Ανδρέας που δεν ήταν απλώς δύο συμφοιτητές.

Ήταν δύο ερωτευμένες καρδιές, δεμένες με όνειρα.

Έδιναν όρκο πως ότι και να γίνει θα μείνουν μαζί και θα παλέψουν για έναν κόσμο δίκαιο.

Εκείνη τη νύχτα η Μαρία στάθηκε μπροστά στα κάγκελα, φώναξε δυνατά, έσφιξε τις γροθιές της για ένα καλύτερο αύριο.

Ο Ανδρέας στάθηκε πίσω στα σίγουρα.

Μετά ήρθε ο σιδερένιος όγκος.

Ο ήχος, η ερπύστρια, οι κραυγές πόνου.

Η Μαρία βρέθηκε στο έδαφος πληγωμένη.

Τα πόδια της έσπασαν, σαν λεπτά κλαδιά.

Τον Ανδρέα τον συνέλαβαν, όμως ο συνταξιούχος αστυνομικός πατέρας, τον ελευθέρωσε αφού πρώτα ο γιός του υποσχέθηκε ότι δεν θα παρασυρθεί ξανά.

Έτσι γλύτωσε και την υποχρεωτική στράτευση.

Τη Μαρία την πήγαν στο νοσοκομείο φρουρούμενη, τρομαγμένη, χωρίς νέα από τον Ανδρέα.

Περίμενε μέρες και νύχτες κάποιο γράμμα, μια επίσκεψη, μια ανάσα αγάπης.

Τίποτε.

Εκείνος φοβήθηκε το νέο καθεστώς που ακολούθησε.

Η μεταπολίτευση ήρθε σαν άνοιξη, αλλά δεν είχε ίδια μυρωδιά για όλους.

Ο Αντρέας πήρε τις φωνές εκείνης της νύχτας και τις έκανε σκαλοπάτια.

Πρώτα πολιτικά γραφεία, μετά επιτροπές στο κόμμα, μετά βουλευτιλίκι και τέλος υπουργείο.

Οι εφημερίδες έγραφαν το όνομά του με μεγάλα γράμματα.

Τα κανάλια τον λάτρευαν σαν σωτήρα.

Έλεγε ιστορίες για τη νύχτα εκείνη, μα ξέχναγε να αναφέρει πως η Μαρία ήταν εκείνη που έδωσε αίμα, ενώ αυτός μόνο φώναζε συνθήματα.

Οι άλλοι στρατεύθηκαν ενώ εκείνος έπαιρνε το πτυχίο.

Η Μαρία πάλευε για καιρό να περπατήσει ξανά.

Ξύπναγε με αφόρητους πόνους.

Τα σίδερα έτριζαν μέσα στο κορμί της, οι φυσιοθεραπείες ήταν πόλεμος.

Πέρασαν χρόνια.

Εκείνη περπατούσε πια, αργά, με δυσκολία, αλλά με αξιοπρέπεια.

Τέλειωσε τις σπουδές, έγινε δασκάλα σε παιδάκια με κινητικά προβλήματα.

Έκανε οικογένεια.

Παντρεύτηκε έναν συνάδελφό της και με δύο μισθούς μεγάλωναν τα παιδιά τους.

Ένιωθε ότι η ζωή της έδωσε ότι της αναλογούσε και αισθανότανε ευλογημένη γι’ αυτό.

Τον πρώτο έρωτα κανείς δεν τον ξεχνά.

Και να ήθελε δεν μπορούσε.

Χαρισματικός Υπουργός ο Ανδρέας κάθε λίγο ήταν στα κανάλια.

Σύντομα στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης προωθούσε αντιεργατικά νομοσχέδια, μείωσε συντάξεις, έστελνε ΜΑΤ στις διαμαρτυρίες.

Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε μια πλούσια Αμερικανίδα, η οποία σύντομα αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν αυτός που φαινότανε, τον παράτησε πήρε τα δύο τους παιδιά και επέστρεψε στην πατρίδα της.

Κάθε χρόνο την ημέρα μνήμης για το Πολυτεχνείο δεν παρέλειπε να καταθέτει στεφάνι.

Με καμάρι ο παλιός «αγωνιστής» έλεγε και δύο λόγια στις κάμερες για τη γενναιότητα του ίδιου και των συντρόφων συναγωνιστών.

Μία χρονιά καθώς πήγε να καταθέσει το στεφάνι του στο
μνημείο με τις κάμερες να αποθανατίζουν κάθε του κίνηση, ανάμεσα στον κόσμο που περίμενε υπομονετικά τη σειρά της να αφήσει ένα λουλούδι ήταν η Μαρία.

Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν για μία στιγμή πριν ο Υπουργός χαμηλώσει τα δικά του.

Ήταν μια στιγμή που πάντα την φοβότανε ο Ανδρέας και να που συνέβη εκείνη την ημέρα.

Όταν μπήκε στο υπουργικό αυτοκίνητο έδωσε ένα σημείωμα σε έναν σωματοφύλακα, ο οποίος πλησίασε τη Μαρία και της το έδωσε.

Εκείνη το πήρε παραξενεμένη και το διάβασε.

Ο Υπουργός την καλούσε στο υπουργείο του για επίσκεψη.

«Να θυμηθούμε τα παλιά έγραφε».

Μετά από τις πορείες και αφού ηρέμησαν τα πράγματα η Μαρία πήγε στο Υπουργείο.

Ο Ανδρέας σηκώθηκε και την υποδέχθηκε με μεγάλη οικειότητα.

Ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς.

Ρώτησε την παλιά του φίλη να του περιγράψει τη ζωή της και αυτή φυσικά του είπε την αλήθεια, περνάει δύσκολα αλλά δόξα τον Θεό έκανε μια όμορφη οικογένεια.

Ο Ανδρέας δεν είχε να της πει πολλά, όλοι ήξεραν την οικογενειακή του ιστορία.

Μίλησε και για εκείνο το βράδυ στο Πολυτεχνείο.

Για τον ηρωισμό τους, για την άγνοια κινδύνου, για το ότι έβαλαν σε κίνδυνο το μέλλον τους, αλλά άξιζε τον κόπο κατέληξε.

Η Μαρία χαμογέλασε με πίκρα.

Σηκώθηκε να φύγει.

Δεν μπορούσε να ακούει άλλες ανοησίες.

Όμως ο Ανδρέας δεν τελείωσε.

-Δεν είναι σωστό οι αγωνιστές να μην ανταμείβονται για τον αγώνα τους της είπε.

Ως Υπουργός μπορώ να σε διορίσω σε μια θέση στη Βουλή.

Καλός μισθός, επιδόματα, χαλαρό ωράριο και γλυτώνεις από τα πιτσιρίκια που κάνεις μάθημα.

Η Μαρία τον κοίταξε σαν να της άγγιξε κάποιος την ψυχή με βρώμικα χέρια.

-Εγώ εκείνη τη νύχτα δεν έτρεξα για χρυσές πολυθρόνες, Ανδρέα, αλλά για να μείνουμε άνθρωποι.

Τα πόδια μου μπορεί να διαλύθηκαν, όμως δεν τα αξίζει να πατούν σε λασπωμένα χαλιά.

Θέλω να περπατώ έστω και κουτσαίνοντας στο δικό μου καθαρό μονοπάτι.

Και κυρίως να μην αφήσω τους μαθητές μου.

Τίποτα άλλο.

Ο αγώνας εκείνης της νύχτας δεν ήταν δάνειο, Ανδρέα.

Ήταν τάμα.

Κράτα τα δώρα σου.

Δεν σου καταλογίζω τίποτε από ότι συνέβη, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ.

-Έλα τώρα Μαρία.

Όλοι έτσι ξεκινούν.

Κανείς δεν μένει άγιος.

-Κι όμως.

Κάποιοι δοκιμάζουν και μερικοί τα καταφέρνουν.

Ξέρεις αυτό είναι πιο δύσκολο.

Τώρα φεύγω γιατί με περιμένει η οικογένειά μου.

Σηκώθηκε, τον χαιρέτησε και έφυγε.

Δεν θύμωσε.

Ο χρόνος κύλησε οι δύο φίλοι είχαν πια γεράσει.

Η Μαρία βγήκε στη σύνταξη και απολάμβανε τα εγγόνια της.

Ο Ανδρέας έμεινε εκτός βουλής όταν το κόμμα του πάτωσε στις εκλογές.

Ζούσε μόνος σε ένα έρημο σπίτι.

Τα παιδιά του ήταν άφαντα.

Οι παλιοί παρατρεχάμενοι έτρεχαν τώρα στον καινούργιο Υπουργό.

Φίλους δεν είχε παρά μόνο πελάτες για ρουσφέτια, που τώρα τους ήταν άχρηστος.

Φοβήθηκε μήπως πεθάνει και τον βρουν μετά από ημέρες.

Έτσι διάλεξε ένα σικάτο γηροκομείο και ζούσε πια εκεί, ξεχασμένος από όλους.

Η Μαρία δεν χάρηκε.

Δεν είπε «καλά να πάθει».

Η καρδιά της σφίχτηκε και πραγματικά τον λυπήθηκε.

Στις 17 του Νοέμβρη πήγε να τον επισκεφτεί.

Βρήκε τον Αντρέα σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, σιωπηλό μπροστά σε ένα παράθυρο.

-Αντρέα.

-Μαρία… δεν περίμενα να σε ξαναδώ ποτέ.

Εδώ με ξεχάσανε άνθρωποι που τους ευεργέτησα και εσύ με θυμήθηκες!

Η Μαρία στάθηκε μπροστά του.

-Θέλω να σε πάρω για λίγο από εδώ.

-Πού θα πάμε;

Δεν έχω πόδια πια.

-Έχω εγώ ότι απέμειναν από αυτά, αλλά φτάνουν και για τους δύο.

Θα πάμε εκεί που ονειρευτήκαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αγαπηθήκαμε και χωρίσαμε.

Ζήτησε άδεια από τη διεύθυνση.

Βγήκαν στον δρόμο.

Παρόλη τη δυσκολία στο περπάτημα η Μαρία έσπρωχνε το αναπηρικό καρότσι.

Τον πήγε στο μνημείο του Πολυτεχνείου.

Ο αέρας μύριζε στάχτη από καμένα όνειρα.

Ο Μαρία άφησε ένα απλό κόκκινο τριαντάφυλλο.

Έδωσε ένα ακόμη στον Ανδρέα.

-Μαρία σε ευγνωμονώ γι΄ αυτό που έκανες, της είπε όταν κατέθεσε το λουλούδι.

Πρώτη φορά ένιωσα ότι τίμησα πραγματικά εκείνη τη βραδιά.

Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με και μην με κρίνεις αυστηρά.

Η Μαρία του χάιδεψε τρυφερά τον ώμο.

-Δεν ήρθα να σε κρίνω.

Τώρα πληρώνεις και εσύ ως θύμα, το τίμημα εκείνης της νύχτας.

Ήρθα για να μην τελειώσει η ζωή σου χωρίς να περάσεις να τιμήσεις ως πραγματικό θύμα το Πολυτεχνείο.

-Μα δεν είμαι θύμα Μαρία, αντίθετα….

-Και όμως είσαι τον διέκοψε.

Εγώ έχασα τα πόδια μου και εσύ την ψυχή σου, δεν ξέρω τι είναι χειρότερο..

Ο Αντρέας έσκυψε το κεφάλι και το δάκρυ του κύλησε πάνω στο μάρμαρο.

-Μαρία θα με θυμάσαι;

-Θα θυμάμαι ποιος ήσουν νέος.

Ο άνδρας που ερωτεύτηκα.

Μέχρι εκεί αντέχει η μνήμη μου Ανδρέα.

-Αυτόν τον νεαρό να θυμάσαι Μαρία.

Ο άλλος πέθανε λίγους μήνες μετά.

Επέστρεψαν στο γηροκομείο.

Ο Ανδρέας δεν είχε κουράγιο ούτε να αλλάξει ρούχα.

Ξάπλωσε ντυμένος.

Την ίδια ώρα η Μαρία μαγείρευε.

Το φαγητό μύριζε όμορφα.

Φώναξε τον άνδρα της και έκατσαν στο τραπέζι να του περιγράψει την ημέρα της.

Στο δωμάτιό του ο Ανδρέας έκλεισε κουρασμένος τα μάτια.

Το πρωί η νοσοκόμα άνοιξε το παράθυρο για καθαρό αέρα.

Τον μάλωσε που δεν άλλαξε πριν ξαπλώσει, όμως εκείνος δεν της απάντησε.

Η Μαρία το έμαθε από την τηλεόραση.

Πήγε στην εκκλησία της γειτονιάς και άναψε ένα κερί.

Έκλαψε μπροστά στις εικόνες.

Θυμήθηκε την πρώτη τους συνάντηση, τα πειράγματα, τα ολονύχτια διαβάσματα, τις βόλτες στο Σύνταγμα, τις προσωπικές τους στιγμές.

Ποτέ δεν ξεπέρασε τον Ανδρέα, αλλά αυτό δεν το παραδέχθηκε ούτε στον εαυτό της.

Και μετά σκέφτηκε πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή της εάν δεν συνέβαινε το Πολυτεχνείο.

Σκέφτηκε τις προσωπικές θυσίες όλων εκείνων των παιδιών και αν τελικά άξιζαν τον κόπο.

Αγωνίσθηκαν για ψωμί, παιδεία, δικαιοσύνη, ελευθερία, ισότητα και έβλεπε ότι όλα ήταν μάταια.

Μια δεκαετία χαμένη σε μνημόνια.

Το ψωμί και τα άλλα τρόφιμα πανάκριβα.

Η δημόσια παιδεία να αντικαθίσταται από ιδιωτικά πανεπιστήμια για τους λίγους.

Η δικαιοσύνη να είναι έρμαιο του κράτους και οι υπουργοί στο όνομα της πλειοψηφίας να μην δικάζονται καν.

Η ισότητα έγινε ένα παραμύθι, αφού οι πολλοί συντηρούν και πλουτίζουν τους λίγους.

Η ελευθερία εξαφανίσθηκε μέσα στα 13άωρα εργασίας. Ακόμη και στον Άγνωστο Στρατιώτη απαγορεύτηκε η σύναξη ατόμων.

Μια χώρα εργαζόμενων σκλάβων από την μια και από την άλλη των λίγων αργόσχολων που διαμαρτύρονται γιατί τους περισσεύουν μόνο 1800 € μηνιαίως!!!!

Βγαίνοντας από την εκκλησία η Μαρία απλά μουρμούρισε «ποιος έκλεψε τις θυσίες μας και που πήγε τελικά η ζωή μας;

Κοίταξε στον ουρανό.

Τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται έτσι όπως την περιέγραψε ο Τζωρτζ Όργουελ.

Η Ελλάδα είναι μια ακόμη «φάρμα των ζώων».

Όλοι μαζί ξεκίνησαν έναν αγώνα για να επικρατήσουν τελικά τα γουρούνια.

Οι υπόλοιποι;

Απλά υπάρχουμε.

Υ.Γ.

Η Φάρμα των Ζώων είναι μια αλληγορική ιστορία όπου τα ζώα μιας φάρμας επαναστατούν ενάντια στον σκληρό αφέντη τους με όνειρο μια δίκαιη κοινωνία.

Διώχνουν τον άνθρωπο, φτιάχνουν δικούς τους κανόνες, πιστεύουν στην ισότητα και στην κοινή προσπάθεια.

Με τον καιρό οι πιο έξυπνοι, τα γουρούνια, παίρνουν την εξουσία, αρχίζουν να αλλάζουν τους κανόνες για να τους βολεύουν και τελικά γίνονται χειρότεροι από τον άνθρωπο που αντικατέστησαν.

Η φάρμα από σύμβολο ελπίδας καταλήγει σε τόπο φόβου και υποταγής και στο τέλος δεν ξεχωρίζεις αν μπροστά σου στέκεται γουρούνι ή άνθρωπος.

Διαφωνεί κανείς;

Παύλος Κωνσταντινιδης

Σε κάθε αγώνα υπάρχουν πάντα όλοι:

Οι θαρραλέοι, οι φοβισμένοι, εκείνοι που λύγισαν και εκείνοι που στο τέλος καπηλεύτηκαν τα γεγονότα προς όφελός τους.

Δεν θα μας πείραζε η καπηλεία, αν γινόταν για να υπηρετηθούν στην πράξη τα δικαιώματα και τα ιδανικά που κάποτε φώναζαν.

Αλλά αυτό δεν το είδαμε ποτέ, σε καμία περίπτωση όσων ανέλαβαν εξουσία, τους απορρόφησε το σύστημα.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι.

Οι «Μαρίες».

Αυτοί που πρόσφεραν σώμα και ψυχή χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα∙ που πλήρωσαν το τίμημα, έμειναν ανάπηροι, έμειναν αόρατοι, αλλά δεν ξεπούλησαν ποτέ την αγωνιστικότητά τους.

Πιστοί στα ιδανικά τους, χωρίς οφίτσια, χωρίς προνόμια, συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να παλεύουν, γιατί τα ίδια κοινωνικά τραύματα είναι εδώ – άθικτα, ίσως και βαθύτερα.

Και γι’ αυτό τα συνθήματα του Πολυτεχνείου δεν έγιναν ποτέ παρελθόν. Αντίθετα, μοιάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ:

Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία.

Λαέ, πολέμα — σου πίνουν το αίμα.

Ένας είναι ο αρχηγός:

Ο κυρίαρχος λαός.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΖΩΑ

ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΙΣΟΙ

©️ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Please follow and like us:
error2
fb-share-icon20
Tweet 20
fb-share-icon20

Βοηθήστε μας για να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε το etetrapodotypia.gr και για να προβούμε σε όσες νομικές ενέργειες απαιτούνται για την αλλαγή του νόμου σε κακούργημα και την διεκπεραίωση των project μας.

Μην ξεχάσετε να διαβάσετε

error

Η κακοποιηση ζωου δεν ειναι πλημμελημα. Ειναι κακουργημα! Παρακαλουμε υπογραψτε το ψηφισμα και διαδωστε το μηνυμα! Αnimal abuse is not a misdemeanor. It is a felony! Please sign the petition and spread the message!